Skip to content

29 Οκτωβρίου 2012

1

Greece ἢ Ἑλλάς; (Μέρος Γ΄)

από βενέδικτος

[Α΄ Μέρος]

[Β΄ Μέρος]

‎Ε. Γραικοί

‎Ἀλλὰ πῶς ἐφηῦρε ὁ Καρλομάγνος τὸν ὅρο «Γραικός»; Στὸ Ἑτυμολογικὸν Μέγα λεξικὸ διαβάζουμε στὸ λῆμμα Γραικός: «Παρὰ τὸ ῥαῖσαι, ῥαικὸς καὶ γραικός· διὰ γὰρ τὴν κατὰ πόλεμον ἀνδρείαν οὕτως οἱ Ἕλληνες ἐκαλοῦντο. Ἢ ἀπό τινος Ἕλληνος Γραικοῦ, ὡς ἀπὸ τοῦ Ἕλλην Ἕλληνες. Καὶ γραικιστὶ, ἑλληνιστί». Στὴν δὲ γραμματικὴ τοῦ Στεφάνου ὁ Γραικὸς ἀναφέρεται συγκεκριμένα ὡς πρόσωπο ἐξ οὗ ἔλαβαν οἱ Γραικοὶ τὴν προσηγορία[28]. Ἡ παλαιότερη ἀναφορὰ τοῦ ὅρου ποὺ ἐντοπίσαμε ἀνάγεται στὸν Ἠσίοδο (8ος αἰ. π.Χ.)[29]. Ἀργότερα, συναντᾶται καὶ σὲ ἄλλους συγγραφεῖς ὅπως τὸν Καλλίμαχο (3ος αἰ. π.Χ.)[30], τὸν Λυκόφρονα (3ος αἰ. π.Χ)[31] κ. ἄ., καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι πρόκειται γιὰ προγενέστερη καὶ ἀρχαιότατη κλήση τῶν Ἑλλήνων.

‎Ἡ ὀνομασία αὐτή ἦταν γνωστὴ στοὺς Λατίνους. Ἀργότερα, ὅταν ἤθελαν νὰ διαχωρίσουν τοὺς Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἐπίσης ἑλληνικὸ δικό τους ἔθνος, τοὺς ἀποκαλοῦσαν Γραικούς[32]. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ὁ ὅρος ἀπέκτησε σὺν τῷ χρόνῳ χροιὰ ὑποτιμητική, προφανῶς μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Ἑλλάδος. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρατηρεῖται ὅταν ὁ ἰσχυρὸς αἰσθάνεται μειονεκτικά, κάτι ποὺ ὡς ἕνα βαθμὸ ὑπέστησαν οἱ Ρωμαῖοι ἔναντι τῶν κατακτηθέντων Ἑλλήνων. Ὁ Κάσσιος Δίων σαφῶς ἀνάγει τὴν χρήση τοῦ ὅρου «εἰς ὄνειδος δυσγενείας»[33], ἐνῶ ὁ Πλούταρχος (1ος αἰ. μ.Χ.) μᾶς περιγράφει τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Κικέρωνος (1ος αἰ π.Χ.) ὡς Γραικοῦ ἀπὸ τοὺς ἀντικειμένους του[34]. Ὁ ἴδιος ὁ Κικέρων εἰρωνεύεται ὡς Γραικὸ τὸν ἔπαρχο Θεοφάνη τὸν Λέσβιο[35], ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Μάρκου Κάτωνος (3ος-2ος αἰ. π.Χ.)[36].

‎Φαίνεται πὼς ἡ συμπλεγματικὴ αὐτὴ συνήθεια διατηρήθηκε γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες μεταξὺ τῶν λατινοφώνων καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν Καρλομάγνο. Καθὼς μάλιστα ὁ ὅρος «Ἕλλην» εἶχε μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἀποκτήσει ἀποκλειστικὰ θρησκευτικὴ χροιὰ σημαίνοντας τὸν πολυθεϊστὴ καὶ μὴ ἐξυπηρετώντας τὰ σχέδιά του, ὁ Καρλομάγνος ἄδραξε τὴν εὐκαιρία καὶ ἐπισημοποίησε τὸν ὅρο «Γραικός», ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέκυψε ἡ γραικικὴ αὐτοκρατορία καὶ ἡ Γραικία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σκοπὸς ἦταν ὁ προσπορισμὸς μὲ ὁποιοδήποτε μέσο γιὰ λογαριασμὸ τῶν Φράγκων, τῆς ζωντανῆς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δόξας καὶ οἰκουμενικότητας τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἐθνικὴ συνείδηση, ὅπως τὴν συναντοῦμε σήμερα, δὲν ὑπῆρχε καὶ ἴσως γι᾿ αὐτό, ἡ ἔνδοξη ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τὴν ὁποία μὲ τὴν αὐθαιρεσία του χάριζε στοὺς ἑλληνόφωνους Ρωμαίους δὲν σήμαινε κάτι. Ἡ αὐθεντικὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἔμεινε στὶς δυτικὲς γλῶσσες Γραικία (Graecia/Greece) καὶ οἱ κάτοικοί της Γραικοί (Graeci/Greeks).

‎Εἶναι κωμικοτραγικὴ ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς παραχαράξεως ἐκ μέρους τῶν Φράγκων. Κατὰ τοὺς ὀθωμανικοὺς χρόνους, ξεκίνησε μιὰ νέα ἀλλοίωση: ἐνῶ ὁ σκλαβωμένος Ρωμαῖος/Ρωμιός παρέμενε γιὰ ἐκείνους Γραικός, τὸ ρωμαίικο παρελθόν του μέχρι τῆς ἀλώσεως (1453) βαπτίστηκε ὅλως παραδόξως «βυζαντινό»! Μεταξὺ τῶν Ρωμαίων, τὸ Βυζάντιο (ἢ ἡ Βυζαντίς) ἦταν μιὰ στενὴ γεωγραφικὴ περιοχὴ ποὺ σὺν τῷ χρόνῳ ταυτίστηκε μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καί, ἀραιὰ καὶ ποῦ, ἐχρησιμοποιεῖτο ἀντ᾿ αὐτῆς, ποτὲ ὅμως γιὰ τὴν σύνολη αὐτοκρατορία καὶ τὰ σὺν αὐτῇ[37]. Γιὰ ἐκείνους, ἡ χώρα τους δὲν ἔπαψε μέχρι τὸ 1453 νὰ ὀνομάζεται ρωμαϊκὴ, Ρωμαίων βασιλεία, Ρωμανία. Καὶ οἱ ἴδιοι οὐδέποτε αἰσθάνθηκαν ἀμφιβολία ὅτι ἦταν Ρωμαῖοι καὶ μόνον, ἀποκαλώντας τοὺς δυτικοὺς ὡς Λατίνους ἢ Φράγκους, ἑνίοτε συγχέοντας τοὺς δύο ὅρους. Ἔτσι, ἐντελῶς ἐνδεικτικά, ἡ Ἄννα Κομνηνὴ (α’ ἥμισυ 12ου αἰῶνος) περιγράφει μιά δίωξη τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατεύματος ἀπὸ τοὺς Λατίνους[38], μιλάει γιὰ τὴν ρωμαϊκὴ φάλαγγα[39], ἀλλοῦ ἀντιπαραθέτει τοὺς Ρωμαίους καὶ μὲ τοὺς Φράγκους[40]. Ὁ δὲ Φράγκος Βαϊμοῦντος ὄχι μόνο ἀναγνωρίζει ὅλα τὰ ἀνωτέρω σὲ γραπτὴ ὁμολογία του πρὸς τὸν «αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων» Ἀλέξιο Κομνηνό[41], ἀλλὰ καὶ στὸν προγενέστερο σωζόμενο ὑβριστικότατο προφορικὸ λόγο του πρὸς αὐτόν ἀποκαλεῖ τὴν αὐτοκρατορία «Ρωμανία»[42]. Ἀργότερα, κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 14ου αἰῶνος, ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς συγγράφει τὴν «Ρωμαϊκὴ Ἱστορία»[43] ἀπὸ τῆς φραγκικῆς ἀλώσεως (1204) ἕως τὴν ἐποχή του καὶ συνεχίζει αὐτονόητα τὴν ἴδια τακτική, ὁμιλώντας γιὰ «ρωμαϊκὲς δυνάμεις»[44] ἐναντίον Λατίνων. Ἡ συνείδηση τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους ὑφίστατο ἀναλλοίωτη μέχρι τὸ 1453, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ χρονικὸ τοῦ Γεωργίου Φραντζῆ[45]. «Ὥς τὸ τέλος ὁ πολίτης τῆς αὐτοκρατορίας ἔμεινε συνειδητὰ ὁ πιὸ πολιτισμένος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, συνειδητὰ Ρωμαῖος, συνειδητὰ ὀρθόδοξος, συνειδητὰ κληρονόμος τῆς ἑλληνικὴς ἐκλεπτύνσεως»[46].

‎Δυστυχῶς, ἡ «βυζαντινὴ» ἐφεύρεση μεταφέρθηκε ἀφελῶς καὶ στὴν νεοελληνικὴ παιδεία προκαλώντας μέγιστη σύγχυση ταυτότητος στὸν ἁπλὸ λαό, δίδοντας τὴν τραγελαφικὴ ἐντύπωση ὅτι ὁ βυζαντινὸς πολιτισμὸς εἶναι δῆθεν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἀδιάσπαστο ἑλληνικὸ πολιτισμό. Καὶ ἐνῶ μὲ τοὺς «γραικισμοὺς» προσπάθησαν (καὶ ἴσως ἐν μέρει κατάφεραν) νὰ μᾶς ἀποσυνδέσουν ἀπὸ τὴν ρωμαϊκὴ ὁρολογία, μὲ τοὺς «βυζαντινισμοὺς» ἐπιδιώκουν νὰ μᾶς ἀποστερήσουν τὴν οὐσία τῆς ἱστορίας μας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας.

‎ΣΤ. Τί εἴμαστε σήμερα;

‎Ἀβίαστα ἀναφύεται τοῦτο τὸ ἐρώτημα. Εἴμαστε Ἕλληνες, Γραικοί, Ρωμιοί ἢ κάτι ἄλλο;

‎Στὰ χρόνια τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ τῆς ὀθωμανικῆς σκλαβιᾶς, ὁ ὅρος «Ἕλλην» δὲν χρησιμοποιήθηκε μὲ ἐθνοφυλετικὴ χροιά. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔγιναν Ρωμαῖοι καὶ κατὰ παραφθορὰν Ρωμιοί. Ρωμιοὶ ἔμειναν μέχρι τὸ 1821, παρὰ τὴν χιλιετῆ «βάπτισή» των σὲ Γραικοὺς ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἡ γλῶσσα ὅμως καὶ ὁ πολιτισμός τους γενικότερα διατήρησε τὴν ἑλληνικότητά του, ἂν καὶ ἀπεκαλεῖτο ταυτόχρονα ρωμαίικος. «Ρωμαίικα» λέγονταν καὶ τὰ δημώδη ἑλληνικὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ λιμανιοῦ στοὺς χρόνους τῆς νέας Ρώμης[47]. Ρωμιοσύνη ἔμεινε νὰ λέγεται γενικὰ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ ὁ λαὸς ποὺ τὸν ἐκφράζει.

‎Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι φυσικὰ ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπὸ τὴν ἑλληνόφωνη Ρωμανία. Πολὺς λόγος γίνεται γιὰ τὴν ἄμεση ἢ μὴ καταγωγή μας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες. Χωρὶς νὰ θέλουμε νὰ μειώσουμε τὴν ἀξία τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν ποὺ διεξάγονται σὲ γενετικὸ ἐπίπεδο, θὰ θέλαμε νὰ ὑπερτονίσουμε τὴν καταπληκτικὴ «πολιτιστική» μας συγγένεια μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ μάλιστα τὶς ὁμοιότητές μας σὲ ἀρετὲς καὶ ἐλαττώματα. Πρόσφατο ἱστορικὸ παράδειγμα ποὺ ἀρκεῖ μόνο του γιὰ νὰ πείσει εἶναι τὸ Ὅχι καὶ τὸ ἔπος τῆς Πίνδου κατὰ τὸ 1940, καὶ ὁ ἐπακολουθήσας ἐμφύλιος τοῦ 1945-49. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διερωτᾶται κανείς: Μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς σὲ ἐθνοφυλετικὰ γνωρίσματα;

‎«Ρωμιὸς εἶναι ὅποιος σκέπτεται ἑλληνικά», εἶπε κάποιος σοφός. Ἡ ρηξικέλευθη αὐτὴ ρήση εἶναι μιὰ ἐξέλιξη τοῦ πρωτογενοῦς ἀρχαίου κριτηρίου ἑλληνικότητας, ποὺ θὰ μποροῦσε ἀντίστοιχα νὰ εἶχε διατυπωθεῖ ὡς «Ἕλληνας εἶναι ὅποιος μιλᾶ ἑλληνικά». Ὅπως ξαναείπαμε, ἡ γλῶσσα ἦταν τότε τὸ ἐμφανὲς καὶ μετρήσιμο μέγεθος, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ ἐξέφραζε ἕνα πνεῦμα, ἀλλὰ ποὺ στὴν συνέχεια δὲν ἀποτελοῦσε πάντοτε ἀπόλυτο περιοριστικὸ παράγοντα. Σύγχρονο παράδειγμα ὑπέρβασης τῆς γλώσσας ὡς κριτηρίου ἑλληνικότητος ἔχουμε τοὺς Βλάχους. Ρωμιός, τελικῶς, εἶναι ὁ φορέας τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, τῆς Ρωμιοσύνης.

‎Ἡ ἀνάγκη ἑνὸς εὐρύτερου κριτηρίου πνευματικῆς φύσεως θὰ φανεῖ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς θρυλικῆς μας Καππαδοκίας. Οἱ «βάρβαροι» λαοὶ ποὺ τὴν κατοικοῦσαν ἐξελληνίστηκαν μόλις στὰ μεταλεξανδρινὰ χρόνια. Φαινομενικά, τίποτε δὲν τοὺς ἑνώνει μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Σπάρτης, τῆς Ὀλυμπίας. Καὶ φυσικά, ὁ ἐν λόγῳ ἐξελληνισμὸς ἔλαβε χώρα σὲ ἀμιγῶς πολιτιστικὸ καὶ ὄχι γενετικὸ ἐπίπεδο. Σχετικὰ σύντομα, ἡ Καππαδοκία ἔμελλε νὰ μᾶς χαρίσει τὶς λαμπρότερες ἴσως προσωπικότητες ὁλόκληρου τοῦ πολιτιστικοῦ μας γίγνεσθαι. Σήμερα δέ, μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν τοῦ 1923-1924, ἕνα μὴ ἀμελητέο ποσοστὸ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν, χωρὶς ποτὲ βεβαίως νὰ ἀμφισβητήθηκε (ἀντιθέτως μάλιστα) ἡ ἑλληνικότητά του. Ἀντίστοιχα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλειστεῖ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία ἡ πανένδοξη Ὕδρα (ἂν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατόν!), τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ξεκινᾶ μόλις τὸν 16ο αἰῶνα. Κάθε τόπος ὅμως ἔχει τὴν δική του τοπικὴ ἱστορία, ἐνῶ ἡ σύνθεσις ὅλων ἀπαρτίζει τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία.

‎Ἐν ὀλίγοις, ἡ Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ φυσικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ ταυτόχρονα μπορεῖ νὰ λέγεται καὶ ἑλληνισμός. Ρωμιὸς εἶναι ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ ἐνστερνισθεῖ τὸ πνεῦμα αὐτό. Καὶ ἐδῶ προκύπτει τὸ πρόβλημα: ποιὸς εἶναι Ἕλληνας;

‎Δυστυχῶς, σήμερα, ὁ ὅρος «Ἕλληνας» ἔχει συνδεθεῖ στὴν συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἀπὸ μᾶς μὲ ἐθνοφυλετικὰ-γενετικὰ χαρακτηριστικά. Αὐτὸ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ὀνομασία τοῦ κράτους μας ὡς Ἑλλάδος καὶ τῶν πολιτῶν της ὡς Ἑλλήνων κατὰ τὴν α’ ἐθνοσυνέλευση τοῦ 1822. Σχεδὸν αὐτοματικά, θὰ λέγαμε, ὁτιδήποτε τὸ ἑλληνικό (πολιτισμός, γλῶσσα κλπ) ταυτίστηκε μὲ τὸ νεοσύστατο κράτος καὶ τὸν συγκεκριμένο γεωγραφικὸ χῶρο. Ὁ ἑλληνισμός, ὡς ἔννοια καὶ πολιτισμός, κινδυνεύει νὰ χάσει τὴν οἰκουμενικότητά του, νὰ μετατραπεῖ σὲ χαρακτηριστικὸ ἑνὸς μικροῦ ἔθνους, καὶ νὰ γίνει ἔτσι ἀποκρουστικὸς στοὺς ἐνδεχόμενους θαυμαστές του. Ἀκόμη, κινδυνεύουμε ἑνίοτε νὰ λησμονήσουμε τοὺς δεσμοὺς ἑλληνικότητος ποὺ μᾶς ἑνώνουν ἄρρηκτα -παρὰ τὴν γεωγραφικὴ ἀπομόνωση- μὲ τοὺς Κυπρίους, τοὺς Ἀλεξανδρινούς, καὶ ὅλους τοὺς ἐξωελλαδικοὺς Ρωμιούς. Ὁ ἑλληνισμὸς (καὶ ὅλα τὰ παράγωγά του) ὄφειλε νὰ μείνει ἐκτὸς γεωπολιτικῶν πλαισίων καί, ὡς παγκόσμιος θησαυρός, νὰ διατηρεῖται ἀκηλίδωτος καὶ στιλπνός.

‎Μιὰ ἀξιοσημείωτη πολιτιστικῆς φύσεως ζυγοστάθμιση ὅρων καὶ ἐννοιῶν ἐλάμβανε χώρα στοὺς χρόνους τῆς ὄψιμης Ρωμανίας. Γιὰ νὰ θεωρηθεῖ κάποιος Ρωμαῖος, ἔπρεπε νὰ μιλᾶ ἑλληνικὰ καὶ νὰ εἶναι χριστιανὸς ὀρθόδοξος[48]. Τὰ μεγέθη ποὺ σκανδάλισαν τοὺς δυτικοὺς συνυπῆρχαν μὲ ἐντυπωσιακὴ ἁρμονία.  Ἡ «Ρωμανία» ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ μᾶς δοθεῖ ἀπὸ τοὺς μεγάλους προστάτες μας τὸ 1822, γιὰ ὅλους τοὺς λόγους ποὺ ἔχουν προαναφερθεῖ. Ἴσως μάλιστα γιὰ νὰ σιγουρευτοῦν ἐντελῶς δέχθηκαν νὰ ὀνομαστοῦν Romania οἱ ἑνωθεῖσες ἡγεμονίες τῆς Βλαχίας, Μολδαβίας καὶ Τρανσυλβανίας. Μήπως, τελικά, θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ εἴχαμε (ἐπαν)ονομαστεῖ Γραικοί, συνδεόμενοι μάλιστα ἔτσι καὶ μὲ τὴν ἀποκληθεῖσα ἀπὸ τοὺς Φράγκους γραικικὴ (ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ρωμαϊκὴ) αὐτοκρατορία; Μήπως, τουλάχιστον, πρέπει νὰ προβληματιστοῦμε γιὰ τὸν ὄψιμο ζῆλο ποὺ παρατηρεῖται νὰ μεταγράφονται τὰ σχετικὰ μᾶς ὡς Hellas καὶ hellenic στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο (ἀντὶ τῶν γενικῶς γνωστῶν καὶ μέχρι πρότινος χρησιμοποιουμένων Graecia/Greece καὶ Graeci/Greek); Καὶ μήπως ὀφείλουμε στὴν καθημερινή μας ζωὴ νὰ ξαναζωντανέψουμε τὴν «ρωμιοσύνη» καὶ τοὺς «Ρωμιούς», ὅπως γινόταν φυσιολογικὰ ὣς τὸ 1821 καὶ ἐν πολλοῖς ὅλον τὸν 19ο αἰῶνα; Καί, ἐπιτέλους, μήπως νὰ ἀπαλείψουμε τὰ «Βυζάντια» καὶ τοὺς «βυζαντινισμούς», ὡς τὴν μεγαλύτερη νοθεία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστεῖ ἡ ἱστορία μας;

‎Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπό τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτά τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἠ ὥρα, λέει. Nἄμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.
‎‎Γιάννης Ρίτσος


[28] «Γραικός, ὁ Ἕλλην, ὀξυτόνως, ὁ Θεσσαλοῦ υἱός, ἀφ᾿ οὗ Γραικοί οἱ Ἕλληνες». (Ἐκ τῶν Ἐθνικῶν Στεφάνου κατ᾿ ἐπιτομήν)

[29] «Ἄγριον ἠδὲ Λατῖνον. »Κούρη δ’ ἐν μεγάροισιν ἀγαυοῦ Δευκαλίωνος »Πανδώρη Διὶ πατρί, θεῶν σημάντορι πάντων »μιχθεῖσ’ ἐν φιλότητι τέκε Γραικὸν μενεχάρμην». (Ἠσιόδου, Κατάλογοι, ἐν Ἰωάννου Λαυρεντίου τοῦ Λυδοῦ, De mensibus κεφ. 1, παρ. 13)

[30] «Γραικοὶ καὶ γαίης ἡμετέρης ἀδαεῖς» (fragment 514) «Γραικός, ἀτὰρ κείνων γλῶσσ’ ὀνόμηνε ‘Πόλας’» (Αἴτια ,fragment 11)

[31] «Γραικοὺς δὲ χώρας τουτάκις λαβεῖν κράτη» (Λυκόφρονος, Ἀλεξάνδρα, γρ. 891) «Γραικῶν ἄριστος, ᾧ πάλαι τεύχει τάφους» (ὅ.π. γρ. 532)

[32] «… Λατίνους μὲν τοὺς ἐπιχωριάζοντας, Γραικοὺς δὲ τοὺς ἑλληνίζοντας ἐκάλουν, ἀπὸ Λατίνου τοῦ ἄρτι ἡμῖν ῥηθέντος καὶ Γραικοῦ, τῶν ἀδελφῶν …» (Ἰωάννου Λαυρεντίου, ὅ.π.)

[33] «Καὶ τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἡσύχαζε, τηρήσας δέ ποτε τοὺς Ῥωμαίους καταφρονητικῶς αὐλιζομένους, (μέγα τε γὰρ τῇ νίκῃ φρονοῦντες καὶ τὸν Ξάνθιππον ὡς Γραικὸν ὑπερορῶντες— οὕτω γὰρ καλοῦσι τοὺς Ἕλληνας, καὶ εἰς ὄνειδος δυσγενείας τῷ προσρήματι κατ’ αὐτῶν χρῶνται— τὰς στρατοπεδείας ἀπερισκέπτως πεποίηντο), οὕτως οὖν τοῖς Ῥωμαίοις διακειμένοις ὁ Ξάνθιππος ἐπελθών, καὶ τὸ ἱππικὸν αὐτῶν διὰ τῶν ἐλεφάντων τρεψάμενος, πολλοὺς μὲν κατέκοψε, πολλοὺς δὲ καὶ ἐζώγρησε καὶ αὐτὸν τὸν Ῥηγοῦλον». (Κάσσιος Δίων, ὅ.π. σελ. 161)

[34] «Ὁ δ᾿ οὖν Κικέρων ἐλπίδων μεστὸς ἐπὶ τὴν πολιτείαν φερόμενος, ὑπὸ χρησμοῦ τινος ἀπημβλύνθη τὴν ὁρμήν. Ἐρομένῳ γὰρ αὐτῷ τὸν ἐν Δελφοῖς θεὸν ὅπως ἂν ἐνδοξότατος γένοιτο, προσέταξεν ἡ Πυθία τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, ἀλλὰ μὴ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν ἡγεμόνα ποιεῖσθαι τοῦ βίου. Καὶ τόν γε πρῶτον ἐν Ῥώμῃ χρόνον εὐλαβῶς διῆγε καὶ ταῖς ἀρχαῖς ὀκνηρῶς προσῄει καὶ παρημελεῖτο, ταῦτα δὴ τὰ Ῥωμαίων τοῖς βαναυσοτάτοις πρόχειρα καὶ συνήθη ρήματα Γραικὸς καὶ σχολαστικὸς ἀκούων». (Πλουτάρχου, Βίος Κικέρωνος, κεφ. 5)

[35] «Ἐπαινούντων δέ τινων Θεοφάνην τὸν Λέσβιον, ὃς ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ τεκτόνων ἔπαρχος, ὡς εὖ παραμυθήσαιτο Ῥοδίους τὸν στόλον ἀποβαλόντας, „ἡλίκον” εἶπεν „ἀγαθόν ἐστι Γραικὸν ἔχειν ἔπαρχον”». (ὅ.π., κεφ. 38)

[36] «Ὑπὲρ δὲ τῶν ἐξ Ἀχαΐας φυγάδων ἐντευχθεὶς διὰ Πολύβιον ὑπὸ Σκιπίωνος, ὡς πολὺς ἐν τῇ συγκλήτῳ λόγος ἐγίνετο, τῶν μὲν διδόντων κάθοδον αὐτοῖς, τῶν δ᾿ ἐνισταμένων, ἀναστὰς ὁ Κάτων «ὥσπερ οὐκ ἔχοντες» εἶπεν «ὃ πράττωμεν, καθήμεθα τὴν ἡμέραν ὅλην περὶ γεροντίων Γραικῶν ζητοῦντες, πότερον ὑπὸ τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἢ τῶν ἐν Ἀχαΐᾳ νεκροφόρων ἐκκομισθῶσι»». (Πλουτάρχου, Βίος Μάρκου Κάτωνος, κεφ. 9, παρ. 2)

[37] Περιπτώσεις ἐνδεικτικές καὶ μόνον: «Ἀρχὴν οὖν τῆς Εὐρώπης τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων καὶ τοῦ κόσμου παντὸς τὴν νέαν Ῥώμην ἐγὼ τίθημι· διὰ τοῦτο καὶ τὸ περὶ αὐτὴν θέμα τὸ καλούμενον Θρᾴκη, τῶν ἐν τοῖς Εὐρώπης μέρεσι θεμάτων πρῶτον τεθείκαμεν, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς πόλεως τῆς πάλαι Βυζαντίδος καλουμένης ἐν τῇ τῶν Θρᾳκῶν ἱδρυνθείσης χώρᾳ. Αὐτὸ δὲ τὸ Βυζάντιον Μεγαρέων καὶ Λακεδαιμονίων καὶ Βοιωτῶν ἐστιν ἀποικία, τῶν ἀρχαιοτάτων Ἑλλήνων· διὸ καὶ τῆς τῶν Δωριέων γλώττης ἐν ἐπιστήμῃ τυγχάνουσιν». (Φιλοπόνημα Κωνσταντίνου βασιλέως [10ος αἰ.] υἱοῦ Λέοντος περὶ τῶν θεμάτων τῶν ἀνηκόντων τῇ βασιλείᾳ τῶν Ῥωμαίων)

‎Ἐπίσης: «Ὅθεν ὀχυρώσας [ὁ Μιχαήλ Παλαιολόγος, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Φραγκοκρατίας τῆς Πόλεως] τὰ πρὸ τῆς Βυζαντίδος φρούρια καὶ ὁπλίτας ἀφεὶς ἐν αὐτοῖς προσετετάχει συνεχεῖς ἐπιδρομὰς καὶ ἐνέδρας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν Βυζαντίων Λατίνων, ὡς μηδὲ προκύπτειν ἐᾷν εἰ δυνατὸν αὐτοὺς τῶν τειχῶν. Ὃ δὴ πρὸς τοσαύτην ἤλασε τοὺς Λατίνους πενίαν, ὡς τῇ τῶν ξύλων σπάνει καὶ τὰς τοῦ Βυζαντίου πλείστας καὶ περιφανεῖς οἰκίας καθελεῖν εἰς δαπάνην χρειώδη τοῦ πυρός. Ἐντεῦθεν ἐς Νίκαιαν αὖθις ὑποστρέφει· αὕτη γὰρ ἐγεγόνει Ῥωμαίων βασίλειον μετὰ τὴν τῆς Βυζαντίδος πόρθησιν, καὶ ἦν ἐκεῖ διατρίβων ἐφ᾿ ἱκανόν». (Νικηφόρου Γρηγορᾶ, Ρωμαϊκὴ Ἱστορία, τ. 1ος, σελ. 80-81)

[38] «Καὶ οὕτως ἐδίωκον οἱ Λατῖνοι τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα». (Ἄννης Κομνηνῆς, Ἀλεξιάς, Βιβλίον 4ον, κεφ. 6ον)

[39] «Οὕτω γοῦν τὰ στρατεύματα κατ᾿ ἀλλήλων ἐσφάδᾳζεν· ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν ἀνύποιστον τῶν Λατίνων δεδιὼς πρώτην προσβολὴν καινόν τι ποιεῖ. Ἁμάξας κουφοτέρας κατασκευάσας καὶ τῶν συνηθῶν ἥττους ἐφ᾿ ἑκάστῃ τούτων κοντοὺς ἐνέπηξε τέσσαρας καὶ πεζοὺς ὁπλοφόρους ἐπέστησεν, ὥστε ὁπηνίκα οἱ Λατῖνοι ὅλους ῥυτῆρας χαλάσαντες κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ὁρμήσουσι φάλαγγος, τὰς ἁμάξας ὠθεῖσθαι πρόσω διὰ τῶν ὑφισταμένων ὁπλοφόρων πεζῶν, ἵν᾿ οὕτω τὸ συνεχὲς διακόπτηται τοῦ συνασπισμοῦ τῶν Λατίνων». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 5, 4)

[40] «Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸ Κούρικον· μετὰ δὲ παραδρομὴν ἐνιαυτοῦ, ἀναμαθὼν ὁ βασιλεὺς ὅτι καὶ γενούσιος στόλος εἰς συμμαχίαν τῶν Φράγγων ἐξελθεῖν ἑτοιμάζεται, στοχασάμενος ὅτι οὐ μικρᾶς βλάβης παραίτιοι καὶ αὐτοὶ τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ ἔσονται…» (Κομνηνῆς, ὅ.π., 11, 11)

‎Ἐπίσης: «Οἱ δὲ τοῦ φραγγικοῦ στόλου ἡγεμόνες διὰ τῶν περισωθέντων ἀπὸ τῶν πέντε δρομάδων νηῶν τὰ περὶ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στόλου, ὡς εἴρηται, βεβαιωθέντες, καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς τὸν στόλον εὐτρεπίσας τὴν αὐτῶν ἔφοδον περὶ τὴν Χερρόνησον περιμένων ἐνδιατρίβει, τοῦ προτέρου σκοποῦ ἀπέστησαν μηδ᾿ ὅλως τοῖς μέρεσι τῆς Ῥωμανίας πλησιάσαι θελήσαντες. Παραχειμάσας οὖν ὁ βασιλεὺς εἰς Καλλιούπολιν μετὰ τῆς βασιλίδος (συνείπετο γὰρ αὐτῷ διὰ τὴν τῶν ποδῶν ὀδύνην, ὡς πολλάκις ἱστόρηται) καὶ τὸν καιρὸν καθ᾿ ὃν ὁ τῶν Λατίνων εἴωθεν ἀποπλεῖν στόλος παραφυλαξάμενος εἰς τὴν βασιλεύουσαν ὑπέστρεψεν». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 14, 14)

[41] «Καὶ ἵνα ἐπαναλάβω τὸν λόγον σαφέστερον καὶ τὴν ἰδιότητα φυλάξαιμι τῶν ἐγγράφως συμφωνούντων, ἰδοὺ ἐγὼ Βαϊμοῦντος υἱὸς Ῥομπέρτου Γισκάρδου συμφωνῶ μετὰ τοῦ κράτους ὑμῶν, καὶ τὴν συμφωνίαν ἀρραγῆ τίθημι φυλάττειν πρὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν, τοῦτ᾿ ἔστι σέ τε, τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων κύριον Ἀλέξιον, καὶ τὸν βασιλέα καὶ υἱόν σου τὸν πορφυρογέννητον, καὶ τὸ λίζιον ἄνθρωπον ἀνόθευτόν τε καὶ ἀπαραποίητον, ἕως ἂν ἐμπνέω καὶ μετὰ τῶν ζώντων συναριθμῶμαι. Καὶ ἐξοπλισαίμην τὴν χεῖρα κατὰ τῶν ἐντεῦθεν ἀναφανησομένων ἐχθρῶν ὑμῶν καὶ τῆς βασιλείας τῆς ὑμετέρας τῶν ἀεισεβάστων σεβαστῶν βασιλέων τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 13, 12)

[42] «… » Ἐφ᾿ ᾧ γὰρ τὴν ὑπὸ σὲ Ῥωμανίαν κλονήσειν, καὶ ζῶν ἀποτέθνηκα καὶ ἀποθανὼν ἔζησα. Εἰ γὰρ τὴν ἀντιπέραν ἤπειρον καταλάβοιμι καὶ Λογγιβάρδους καὶ πάντας Λατίνους καὶ Γερμανοὺς καὶ τοὺς καθ᾿ ἡμᾶς Φράγγους ὀψαίμην, ἄνδρας Ἄρεως μνήμονας, πολλῶν φόνων καὶ πολλῶν αἱμάτων τὰς σὰς ἐμπλήσω πόλεις καὶ χώρας, ἕως ἂν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Βυζαντίου τὸ δόρυ πηξαίμην». Εἰς τοσοῦτον ἄρα ὁ βάρβαρος ἀλαζονείας ἐπῆρτο». (Κομνηνῆς, ὅ.π., 11, 11)

[43] Στὴν μεταφρασμένη ἔκδοση ὑπὸ τῶν δυτικῶν, τὸ ἔργο τιτλοφορεῖται «Βυζαντινὴ Ἱστορία».

[44] «Καὶ διαβάντες ἐς τὴν ᾿Ασίαν, τὰς μὲν ναῦς ἀφῆκαν περὶ τὴν Λάμψακον, αὐτοὶ δ᾿ ἀναβάντες εἰς μεσόγειον ἡμέρας ὁδὸν, ὁπόσην Λατίνοις ὑπήκοον πρὸ βραχέος πεποίηκεν ὁ Ἐῤῥῆς, ἀπαντῶσι τῷ βασιλεῖ τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις ὁπλίζοντι κατ᾿ αὐτῶν· καὶ λαμπροῦ συῤῥαγέντος πολέμου, νικῶνται κατακράτος Λατῖνοι, καὶ ἅμα ζημιοῦνται καὶ ὁπόσαι πόλεις περὶ τὴν Ἀσίαν αὐτοῖς ὑπῆρχον τέως ὑπήκοοι. Αὐτίκα γὰρ τὸν τῆς Λατινικῆς δουλείας ζυγὸν ἀποῤῥίψασαι, ἑκοντὶ τῷ βασιλεῖ προσεῤῥύησαν». (Γρηγορᾶ, ὅ.π., 1, 25)

‎Ἐπίσης: «Ἀπημαύρωσε δ᾿ αὐτὴν οὐ μετρίως καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο τὸ πῦρ, ὃ Ῥωμαῖοι δι᾿ ἔκπληξιν τῶν Λατίνων ταῖς οἰκίαις ἐνέβαλον πρότριτα». (Γρηγορᾶ, ὅ.π., 1, 88)

[45] Ἐπὶ παραδείγματι: «Τοῦ Καρούλου καὶ Βαλδουίνου μετὰ στρατοῦ πολλοῦ κατὰ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐλθόντων καὶ πολέμου γεγονότος, ἡ ἄμαχος δύναμις τὰς βουλὰς καὶ δυνάμεις τῶν Ἰταλῶν ἀπράκτους καὶ ζημιωμένας μετὰ αἰσχύνης ἀπέπεμψε καὶ τὸ τοῦ Δαβὶδ θεῖον ῥητὸν ἐπληρώθη τὸ „ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ ἄνθρωπον”. Καὶ ἐκ τῆς θαλάσσης πάλιν ὁ στόλος τῶν Ῥωμαίων τὸν τοῦ Καρούλου στόλον ἐτρόπωσεν. Εἶτα ἐξελθὼν προσελήφει καὶ τὰς ἐν Αἰγαίῳ πελάγει νήσους μικρὸν πάσας· Ῥόδον τε καὶ Κῶον, Χίον καὶ Λῆμνον καὶ ὅσας ἑτέρας, αἳ τοῖς Λατίνοις ἐδούλευον!» (σελ. 166)

[46] Στῆβεν Ράνσιμαν, Ὁ βυζαντινὸς πολιτισμός, ἐκδ. Ἑρμείας 1969, σελ. 201

[47] Βλ. Ράνσιμαν, ὅ.π., σελ. 270

[48] Βλ. Ράνσιμαν, ὅ.π., σελ. 201, 204

Advertisements
Read more from Άρθρα

Γράψε και εσύ το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Note: HTML is allowed. Your email address will never be published.

Subscribe to comments