Skip to content

27 Οκτωβρίου 2012

2

‎‎‎‎Greece ἢ Ἑλλάς;

από βενέδικτος

‎Γιατί οἱ δυτικοὶ μᾶς λένε Γραικούς (Greeks) ἐνῶ ἐμεῖς καυχώμαστε ‎ὡς Ἕλληνες; Ἀπὸ ποῦ προέρχεται ὁ ὅρος; Γιατὶ παλαιότερα ‎αὐτοαποκαλούμασταν Ρωμιοί; Ποιά εἶναι ἡ Ρωμανία; Τί σημαίνει ‎ρωμιοσύνη; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση της μὲ τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία; Τὶ μᾶς ‎χωρίζει ἀπὸ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη;‎‎‎

Τὰ ζητήματα πολλὰ καὶ τεράστια, μὲ ἀφετηρία στὰ βάθη τῆς ‎ἀρχαιότητας. Μὲ τὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ παρουσιάσουμε ‎συνοπτικὰ ἀλλὰ καὶ παραστατικὰ τὴν οὐσία τοῦ προβλήματος τῆς ἐθνικῆς ‎μας ταυτότητος, ἐλπίζοντας σὲ ἕνα, κατὰ τὸ δυνατὸν, ξεκαθάρισμα. Ἂς τὰ ‎πάρουμε ὅμως μὲ τὴν σειρά.

‎Α. Ὁ Ἕλλην στὴν ἀρχαιότητα

‎Ἀπὸ τὰ τέλη τῆς 3ης π.Χ. χιλιετίας, διάφορα φῦλα μετοίκησαν στὸν ‎γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Ἑλλάδος[1] καὶ συγχωνεύθηκαν μὲ τοὺς θεωρουμένους αὐτόχθονες ‎Πελασγούς. Ἀχαιοί, Δωριεῖς, Ἴωνες, Αἰολεῖς κ.ἄ. ἀπέκτησαν σὺν τῷ χρόνῳ ‎ἕναν κοινὸ παρονομαστή: Ἕλληνες. Ἀλλὰ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἕνωνε τὰ ‎πρώιμα χρόνια (τουλάχιστον πρὸ τοῦ 7ου π.Χ. αἰῶνος), ὅταν δὲν εἶχαν οὔτε ‎κοινὴ καταγωγή, οὔτε κοινὴ ἱστορία; Θεωρεῖται ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ ‎συνεκτικὸς κρίκος τῶν λαῶν αὐτῶν ἦταν ἡ κοινὴ γλῶσσα, ἡ ἑλληνική, μὲ τὶς ‎διάφορες φυσικὰ διαλέκτους της.‎‎‎

‎Τὸ ζήτημα τῆς γλώσσας δὲν εἶναι βεβαίως τόσο ἁπλό. Ἡ ‎σύγχρονη ἐπιστήμη ἔχει καταδείξει τὴν ἀλληλεξάρτηση γλώσσας καὶ ‎σκέψεως: σκεπτόμαστε στὴν μητρική μας γλῶσσα καὶ μὲ αὐτὴν πάλι ‎ἐκφράζουμε τὶς σκέψεις μας. Ὑψηλὸ ἐπίπεδο γλώσσας ἐνδεικνύει ἢ εὐνοεῖ ‎ὑψηλὸ ἐπίπεδο σκέψεως, ἐνῶ ἡ ἀνάπτυξη τῆς σκέψεως συμπαρασύρει τὴν ‎ἀνάπτυξη τῆς γλώσσας. Ἡ πανθομολογουμένη ποιότητα τῆς ἑλληνικῆς ‎γλώσσας δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ συμβαδίζει καὶ μὲ μοναδικὴ γιὰ τὴν ἐποχή ‎της ποιότητα πνεύματος. Ταυτόχρονα, ἡ γλῶσσα γινόταν καὶ φορέας τῆς ‎ἀνάλογης παιδείας καὶ τὴν χαρακτήριζε: ἑλληνικὴ παιδεία.‎‎

‎«Πολιτισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση τοῦ περιεχομένου τῆς ψυχῆς ‎τοῦ ἀνθρώπου», καὶ κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, ἡ οὐσία τοῦ ἑλληνικοῦ ‎πολιτισμοῦ ἔγκειται στὸ πνεῦμα. «Ἑλληνικότητα εἶναι ἕνας τρόπος νὰ ‎βλέπεις καὶ νὰ αἰσθάνεσαι τὰ πράγματα», μᾶς λέει ὁ Ὁδυσσέας Ἐλύτης. ‎Ἀκόμα καὶ σήμερα θαυμάζουν οἱ δυτικοευρωπαίοι τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ‎φιλοσοφία, μιὰ φιλοσοφία ποὺ μόνο ἡ ἴδια στὴν ἐξέλιξή της κατὰ τοὺς ‎ὕστερους ρωμαϊκοὺς («βυζαντινοὺς» σύμφωνα μὲ τοὺς ξένους ἱστορικούς) ‎χρόνους μπόρεσε νὰ ξεπεράσει. Θαυμάζουν ἀμήχανα καὶ τὶς ἀρχαῖες ‎ἑλληνικὲς τέχνες, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ τὸ ξεχείλισμα αὐτοῦ τοῦ ‎πνεύματος: τὸν Παρθενῶνα, τὴν αἴγλη τοῦ ὁποίου μόνον ἡ θυγατέρα του ‎ἁγια-Σοφιὰ κατόρθωσε νὰ ἐπισκιάσει, τὰ περικαλλῆ ἀγάλματα, ποὺ ἔδωσαν ‎φυσιολογικὰ τὴν θέση τους στὰ βυζαντινὰ ψηφιδωτὰ καὶ εἰκονογραφίες, καὶ ‎ὅλα τὰ ἀθάνατα ἐπιτεύγματα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.‎‎

‎Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅμως, ἑλληνικὸ πνεῦμα σημαίνει ἑλληνικὲς ἀξίες ‎καὶ ἀρετές. Ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ ἀναφέρουμε δύο μόνο ἀπ᾿ αὐτές, ἐκεῖνες ‎ποὺ ἰδιαίτερα μᾶς συγκινοῦν καὶ ποὺ τόσο εὔκολα λανθάνουν τῆς ‎προσοχῆς: τῶν μὲν ξένων, διότι δὲν κραυγάζουν καὶ δὲν ζυγίζονται, τῶν δὲ ‎φορέων τους, διότι τοὺς εἶναι αὐτονόητες, σχεδὸν αὐθύπαρκτες. Ὁμιλοῦμε ‎γιὰ τὸ φιλότιμο (ποὺ καὶ σὰν λέξη ἀκόμη βρίσκει τὴν τέλεια κάλυψή του στὰ ‎ἑλληνικά) καὶ τὴν φιλοξενία, ἀναπόσπαστα συστατικὰ τοῦ ἀδιάσπαστου ‎ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως σήμερα.

* * *‎

‎Φυλετικό (γενετικό) κριτήριο δὲν ὑπῆρχε (τουλάχιστον μὲ ‎σαφήνεια) στὴν πρώιμη ἀρχαιότητα. Κριτήριο ἑλληνικότητος ἦταν ἡ ‎ἑλληνικὴ γλῶσσα: φορέας καὶ ἀπαύγασμα, θυγατέρα καὶ μάνα, αἰτία καὶ ‎ἔκφραση συνάμα ἑνός σύνολου πολιτισμοῦ, τοῦ ἑλληνικοῦ. Ἑνὸς πολιτισμοῦ ‎ποὺ ἀποτέλεσε τὴν μίξη ἢ τὴν σύγκραση τῶν κατὰ τόπους πολιτισμῶν τῶν ‎διαφόρων πόλεων-κρατῶν καὶ ἐκφραζόταν σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ‎καθημερινῆς ζωῆς: ἤθη καὶ ἔθιμα, ἐνδυμασία, λατρεία, ἀγῶνες, μουσική κλπ. ‎Ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἀφομοίωση τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ ἀπέδιδε φυσιολογικὰ καὶ ‎τὴν ἰδιότητα τοῦ «Ἕλληνα». Μὲ τὸ κλειδὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ ‎ἐξελληνισμὸς τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ τοὺς ἀπογόνους ‎του, καὶ τελικῶς ἡ ἑλληνοποίηση γεωγραφικῶν χώρων ποὺ δὲν εἶχαν σχέση ‎μὲ τὴν πρωτογενῆ κοιτίδα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ὅρος «Ἕλληνες» γίνεται στὸ ἑξῆς ‎δηλωτικὸς τῶν μετόχων τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ‎συγκροτημένος καὶ μορφοποιημένος στὰ χρόνια αὐτά, ἔχει πλέον τὴν ‎ὡριμότητα νὰ «κυριεύει» τοὺς λαοὺς καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶ κοινωνούς του ‎ἀνεξαρτήτως τῆς γλώσσας των. Ὡστόσο, δὲν ἐξέλιπε ποτέ μέχρι σήμερα μιὰ ‎‎«μυστικιστικὴ» ἀλληλεπίδρασή του μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ ἰδιαίτερη ‎ἔμπνευση -περισσότερο ἀπὸ τὶς ἄλλες γλῶσσες- ποὺ ἀποκομίζει ἀπὸ ‎αὐτήν.‎‎

‎Β. Ρώμη, πόλις ἑλληνική

‎Εἶναι πολὺ δύσκολο σήμερα γιὰ τοὺς εὐρωπαίους ἀπογόνους τῶν ‎Φράγκων νὰ ἀκούσουν ὅτι ἡ ἀρχαία Ρώμη ἐν πολλοῖς ἦταν πόλις ἑλληνική. ‎Κι αὐτὸ συνάγεται εὐκολότατα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἀντικειμενικὸ ἐρευνητή, ‎τόσο ἐξ ἀπόψεως καταγωγῆς τοῦ ἱδρυτοῦ καὶ τῶν οἰκιστῶν της, ὅσο καὶ ἐξ ‎ἀπόψεως καθαρῶς πολιτιστικῆς.‎‎‎

‎Κατὰ τὸν 1ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ Ἀλικαρνασσεὺς Διονύσιος συνέγραψε ‎τὸ μνημειῶδες ἔργο του Ρωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία, συνάγοντας καὶ ‎συνεκτιμώντας γιὰ πρώτη φορὰ ὅλες τὶς πρὸ αὐτοῦ ἱστορικὲς συγγραφές ‎‎(μερικὲς ἐκ τῶν ὁποίων μᾶς εἶναι σήμερα ἄγνωστες), παραθέτοντάς τις ‎αὐτούσιες ὅταν τὸ κρίνει σκόπιμο. Σύμφωνα μὲ τὸν Διονύσιο, τὸ γένος τῶν ‎Ρωμαίων δημιουργήθηκε ἀπὸ τοὺς ἑξῆς πληθυσμούς, ποὺ κατοικοῦσαν ‎στὴν εὐρύτερη περιοχή: τοὺς λεγομένους Ἀβοριγῖνες, προερχομένους ἀπὸ ‎τὴν Ἀρκαδία τῆς Πελοποννήσου• τοὺς ἐκ Θετταλίας Πελασγοὺς, Ἀργείους ‎στὴν καταγωγή, ποὺ συγχωνεύθηκαν μὲ τοὺς Ἀβοριγῖνες• τοὺς ἐπίσης ἐξ ‎Ἀρκαδίας καὶ συγκεκριμένα ἐκ πόλεως Παλλαντίου[2], ποὺ ‎μετοίκησαν ἀργότερα στὴν περιοχή (ἀλλὰ πάντως ἀρκετὰ πρὸ τοῦ Τρωικοῦ ‎πολέμου[3]) καὶ ‎συγχωνεύθηκαν ἐπίσης• τοὺς περὶ τὸν Αἰνεία Τρῶες[4] ποὺ ‎ἔφθασαν ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Τροίας. Οἱ Τρῶες, ἀφοῦ ἔγιναν ‎τελικῶς ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους, ἵδρυσαν τὴν πόλη Λαβίνιον. ‎Σύντομα, ὁ βασιλιὰς τοῦ τοπικοῦ λαοῦ Λατῖνος (ἀπὸ τὸν ὁποῖον στὴν ‎συνέχεια ἔλαβε ὅλο τὸ ἔθνος ἐκεῖνο τὴν προσηγορία «Λατίνοι» καὶ ὁ τόπος ‎ποὺ ζοῦσαν ὀνομάστηκε Λάτιο) συμπεθέριασε μὲ τὸν Αἰνεία, ὁ ὁποῖος καὶ ‎τὸν διαδέχτηκε στὴν ἡγεμονία. Τότε κτίστηκε ἡ πόλη Ἄλβα (Alba) καὶ ‎κατοικήθηκε ἀπὸ Λατίνους καὶ ὅλους τοὺς Τρῶες τοῦ Λαβινίου. Ἡ Ἄλβα ‎καθιερώθηκε τρόπον τινα ὡς ἡ πρωτεύουσα τῶν 30 περίπου λατινικῶν ‎πόλεων καὶ οἱ Ἀλβανοί (οἱ κάτοικοί της) καυχῶνταν ἔκτοτε γιὰ τὶς ἐκ Τροίας ‎αὐθεντικὲς ἑλληνικὲς ρίζες των. Στὰ 753 π.Χ. μερικοὶ Ἀλβανοὶ μὲ ἀρχηγὸ τὸν ‎Ρωμύλο (ἀπόγονο τοῦ ἴδιου τοῦ Αἰνεία κατὰ ἱσχυρὴ παράδοση τῶν ‎Ρωμαίων) ἱδρύουν τὴν Ρώμη ὡς ἀποικία τῆς Ἄλβας.‎

‎Πέρα ἀπὸ τὴν ἀπόλυτα ἑλληνικὴ καταγωγὴ τοῦ λατινικοῦ ἔθνους ‎καὶ τῶν ἱδρυτῶν τῆς Ρώμης, σημαντικότερο στοιχεῖο εἶναι αὐτὸ τῆς ‎γλώσσας τῶν Ρωμαίων καὶ τῶν Λατίνων γενικότερα. Τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα τῆς ‎πόλεως εἶναι λέξη ἑλληνική, οἱ ἀρχαιότερες γραπτὲς ρωμαϊκὲς πηγὲς εἶναι ‎ἑλληνικὲς, τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα καὶ μνημεῖα φέρουν ἐπὶ τὸ πλεῖστον ‎ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς, ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἐθεωρεῖτο αὐτονόητη καὶ καθ᾿ ‎ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἱστορίας της ἡ ἀρχαία Ρώμη κατεῖχε τὰ ἑλληνικὰ ‎παράλληλα μὲ τὰ λατινικά. Κατὰ μία θεωρία μάλιστα, ἡ ἑλληνικὴ ἦταν ἡ ‎ἐπίσημη γλῶσσα τῶν πατρικίων καὶ τῶν λογίων, ἐνῶ ἡ λατινικὴ ἡ ‎καθομιλουμένη τοῦ λαοῦ. Τὰ ἑλληνικὰ γράμματα γνώρισαν μεγάλη διάδοση ‎στὴν ἀρχαία Ρώμη καὶ γιὰ μερικοὺς αἰῶνες ἀποτέλεσαν τὴν ἀποκλειστικὴ ‎πηγὴ καὶ πρότυπο τῶν λατινικῶν γραμμάτων. Κατὰ τὴν σταδιακὴ ἐπέκτασή ‎τους οἱ Ρωμαῖοι ἐκλατίνισαν γλωσσικῶς τὶς βάρβαρες περιοχὲς τῆς Δύσεως, ‎ἀλλὰ οἱ ἤδη ἐξελληνισμένες περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς παρέμειναν ἐντελῶς ‎φυσιολογικὰ ἑλληνόφωνες, προφανῶς διότι οἱ λεγεωνάριοι καὶ ἔποικοι ‎Ρωμαῖοι κατεῖχαν ἐπαρκῶς τὴν κοινὴ ἑλληνική. Ἡ πιὸ γνωστὴ καὶ ‎χαρακτηριστικὴ ἀπόδειξη τῆς χρήσεως τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μέσα στὴν ‎Ρώμη εἶναι ἡ ἑλληνιστὶ γραμμένη πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου ‎Παύλου (1ος αἰ. μ.Χ.). Μέχρι τὰ τέλη τοῦ 2ου μ.Χ. αἰῶνος ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι ‎Ἐπίσκοποι καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς γράφουν ἀποκλειστικὰ στὰ ‎ἑλληνικὰ, ἐνῶ ἡ ἐπίσημη χριστιανικὴ λατρεία ἐπιτελεῖται στὰ ἑλληνικὰ μέχρι ‎τὸν 4ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὴν μελέτη τῆς ἱστορίας γίνεται προφανὲς ὅτι στὴν μὲν ‎καθομιλουμένη οἱ κάτοικοι τῆς Ρώμης χρησιμοποιοῦσαν τὴν τοπικὴ ‎ρωμαϊκὴ (λατινικὴ) διάλεκτο, ἐνῶ γραπτῶς προτιμοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ ὡς ‎ἀνώτερη ἢ ἐπισημότερη. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει σήμερα στὴν Κύπρο, μὲ ‎τὴν τοπικὴ διάλεκτο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑλλαδικὴ τόσο στὸ λεξιλόγιο ὅσο ‎καὶ στὴν σύνταξη, γραμματικὴ καὶ προφορά, σὲ βαθμὸ ποὺ ὅταν δυὸ ‎Κύπριοι συνομιλοῦν μεταξύ των, ὁ ἑλλαδίτης νὰ μὴν καταλαβαίνει ‎ἀπολύτως τίποτα. Οἱ Κύπριοι ὁμιλοῦν τὴν κυπριακὴ διάλεκτο, ἐνῶ ‎γνωρίζουν φυσιολογικὰ καὶ χρησιμοποιοῦν ἐπίσημα τὴν ‎ἑλλαδική.‎

‎Κάτι ποὺ δὲν ἔχει τύχει τῆς δεούσης προσοχῆς, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ‎καταγωγὴ τῆς λατινικῆς γλώσσας. Πέραν τῆς θεωρουμένης ὡς δεδομένης ‎προελεύσεως τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου ἀπὸ τὴν Εὔβοια, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ‎ὅτι ἀρχικῶς ἡ ρωμαϊκή ἐθεωρεῖτο μιὰ ἑλληνικὴ διάλεκτος, ὁμοιάζουσα ‎περισσότερο πρὸς τὴν αἰολικὴ διάλεκτο[5]. Ὁ ‎ρήτορας Μάρκος Φάβιος Κουϊντιλιανὸς (1ος αἰ. μ.Χ.) συνιστᾶ νὰ ξεκινοῦν τὰ ‎παιδιὰ μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα «ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται καὶ ἡ δική ‎μας»[6], ἐνῶ ‎σημειώνει τὴν ἀξία τῆς ἑτυμολογίας «στὶς λέξεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ ‎Ἑλληνικά, καὶ ποὺ εἶναι πολυάριθμες, καὶ ἰδίως σ᾿ ἐκεῖνες ποὺ κλίνονται ‎σύμφωνα μὲ τὴν αἰολικὴ διάλεκτο, μὲ τὴν ὁποία ἡ γλῶσσα μας παρουσιάζει ‎τὴν μεγαλύτερη ὁμοιότητα»[7]. ‎Προφανῶς, ἡ ὑπερχιλιετὴς ἐξελικτική πορεία τῆς λατινικῆς ἀπὸ τὸ 1200 π.Χ. ‎‎(τουλάχιστον) καὶ δῶθε ὑπῆρξε ἀρκετὰ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνην τῆς ‎διαλέκτου ποὺ τελικῶς ἐπικράτησε στοὺς μεταλεξανδρινοὺς χρόνους ὡς ‎κοινὴ ἑλληνική. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν εἶναι καθόλου ἀπίθανη ἐὰν ‎συνυπολογίσει κανεὶς τὴν ἀπροσδιόριστη χρονολογικῶς πρώτη μετοίκηση ‎τῶν (Ἑλλήνων) Ἀβοριγίνων στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Λατίου καὶ τὴν ‎μεγάλη γεωγραφικῶς ἀπόσταση ποὺ τοὺς χώριζε ἀπὸ τὴν κυρίως Ἑλλάδα, ‎ὅπου κατ᾿ ἐξοχὴν διενεργοῦντο οἱ γλωσσολογικὲς ζυμώσεις τῶν ἑλληνικῶν. ‎Ἐὰν ὑποθέσουμε δὲ ὅτι ἀποκλειστεῖ κάποτε ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη τῆς ‎γλωσσολογίας ἡ ἑλληνικὴ καταγωγὴ τῆς λατινικῆς, τότε δὲν θὰ μένει παρὰ ‎νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἁπλῶς οἱ Ρωμαῖοι θεωροῦνταν κοινῶς Ἕλληνες καὶ ἐξ ‎αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἡ γλῶσσα τους κατατασσόταν στὶς ἑλληνικὲς ‎διαλέκτους.‎‎

‎Ὁ ἑλληνικὸς χαρακτήρας τῆς Ρώμης ἦταν ἐμφανὴς ἀπὸ πολὺ ‎παλαιά, οὐσιαστικὰ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πολὺ ‎πρὶν οἱ Ρωμαῖοι ἔλθουν σὲ στενὸ συγχρωτισμὸ μὲ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ὁ ‎διαχωρισμὸς τῆς κοινωνίας σὲ πατρικίους καὶ πληβείους ἀπὸ τὸν ἱδρυτή ‎της Ρωμύλο φαίνεται πὼς ἦταν πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἀντίστοιχου ‎ἀθηναϊκοῦ ὑποδείγματος, ἐνῶ σὲ ἄλλες λεπτομέρειες μιμήθηκε τὸ πολίτευμα ‎τῆς Σπάρτης. Καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ βίου της, ἡ Ρώμη εἶχε στραμμένο ‎τὸ βλέμμα της στὴν Ἑλλάδα καὶ κυρίως στὴν Ἀθῆνα. Στὰ τέλη τοῦ 6ου π.Χ. ‎αἰῶνος, καθὼς προβληματίζονταν γιὰ τὸ μελλοντικό τους πολίτευμα, οἱ ‎Ρωμαῖοι δὲν εἶχαν παρὰ νὰ μιμηθοῦν τὰ ὑποδείγματα τῶν ἑλληνικῶν ‎πόλεων καὶ νὰ ἐξετάσουν τὰ θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ τῆς καθεμιᾶς. Ἡ Ὑπάτων ‎δυαρχία ποὺ τελικῶς ἐφαρμόστηκε ἦταν ἕνα κράμα ἀθηναϊκῆς ‎δημοκρατίας καὶ σπαρτιατικῆς ὀλιγαρχίας. Ἀργότερα, ἐν ὄψει τῆς ‎δημιουργίας γραπτῆς νομοθεσίας, ἀποστέλλουν πρέσβεις σὲ διάφορες ‎ἑλληνικὲς πόλεις καί, ὅλως ἰδιαιτέρως, στὴν Ἀθῆνα. Στὸ ρωμαϊκὸ πάνθεον οἱ ‎ὀλύμπιοι θεοὶ κατεῖχαν δικαιωματικὰ τὴν κεντρικὴ θέση καὶ ὅλη τους ἡ ‎λατρευτικὴ ζωὴ ἦταν καθαρῶς ἑλληνική. Οἱ Ρωμαῖοι ζοῦσαν καθ᾿ ὅλα «βίον ‎Ἕλληνα»[8] καί, τὸ ‎κυριότερο, εἶχαν οἱ ἴδιοι ἑλληνικὴ συνείδηση καὶ σεμνύνονταν γιὰ τὴν ‎καταγωγή τους.‎

‎Κατὰ τὸν 7ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ βασιλιὰς τῆς Ἄλβας (πατρίδας τοῦ ‎Ρωμύλου καὶ τῶν πρώτων οἰκιστῶν τῆς Ρώμης) Μέτιος Φουφέτιος, ‎ἀπευθυνόμενος στοὺς Ρωμαίους θυμίζει ὅτι μόνον οἱ «Ἀλβανοί» (οἱ κάτοικοι ‎δηλ. τῆς Ἄλβας) εἶχαν διατηρήσει ἀνόθευτο τὸ ἑλληνικό τους αἶμα, ‎κατηγορώντας τους ὅτι δέχονται στὴν πόλη τους ξένους ἀδιακρίτως[9]. Ὁ ‎βασιλιάς τῆς Ρώμης Τύλλος Ὀστίλλιος (3ος κατὰ σειρὰν μετὰ τοὺς Ρωμύλο ‎καὶ Νομᾶ) ἀπαντᾶ ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἦταν κατ᾿ ἐξοχὴν ἑλληνική, φέρνει ὡς ‎παράδειγμα καὶ πάλι τὴν Ἀθῆνα καὶ τονίζει ὅτι μοναδικὸ κριτήριο ‎καταξιώσεως καὶ ἀνελίξεως στὴν Ρώμη εἶναι ἡ ἀρετή[10]. Στὸν ‎διάλογό τους (καὶ σὲ πάμπολλες ἄλλες περιπτώσεις τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας) ‎ἐπαναλαμβάνεται ἐντελῶς φυσιολογικὰ ὁ κοινότυπος διαχωρισμὸς τῶν ‎λαῶν σὲ Ἕλληνες καὶ βαρβάρους, κατατάσσοντας δίχως ἄλλο τοὺς ἑαυτούς ‎των στοὺς Ἕλληνες. Ἡ παράδοση τῆς συγγενείας τους μὲ τοὺς Τρῶες τοῦ ‎Αἰνεία ἔμεινε ἱσχυρότατη στὸ διάβα τῶν αἰώνων, ἐνῶ καὶ ἡ συνείδηση τῆς ‎προελεύσεως μέρους τῶν Λατίνων ἀπὸ τὸ Παλλάντιον τῆς Ἀρκαδίας ‎ὁδήγησε τὸν αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο (2ος αἰ. μ.Χ.) σὲ ἀπόδοση τιμῶν καὶ ‎προνομίων πρὸς τὴν πόλη αὐτή[11]. Κατὰ ‎τὸν 6ο π.Χ. αἰῶνα, ὁ βασιλιὰς τῆς Ρώμης Τύλλιος, ὁμιλώντας πρὸς τοὺς ‎ἄρχοντες τῶν 30 περίπου λατινικῶν πόλεων τονίζει πὼς ἁρμόζει μὲν στοὺς ‎Λατίνους νὰ ἐξουσιάζουν τοὺς γείτονες λαούς, ὡς Ἕλληνες πρὸς βαρβάρους, ‎στοὺς Ρωμαίους δὲ νὰ προεξάρχουν μεταξὺ τῶν λοιπῶν Λατίνων[12].‎

‎Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἦταν Ἕλληνες (στὴν καταγωγή, στὴν παιδεία, ‎στὴν θρησκεία, στὴν ἐνδυμασία, στὴν καθημερινὴ ζωή, στὸν πολιτισμὸ ἐν ‎γένει, στὴν αὐτοσυνειδησία), ὅσο Ἕλληνες ἦσαν οἱ Μακεδόνες, οἱ Ἀθηναῖοι, ‎οἱ Ρόδιοι, οἱ Σπαρτιάτες. Ἀπόλυτη ταύτιση ἔστω καὶ δύο μόνον πόλεων-‎κρατῶν δὲν ὑπῆρχε φυσικὰ ποτέ (οὔτε σήμερα ὑπάρχει!), οὔτε θὰ ἦταν ‎λογικὸ νὰ μὴν ἀναμένεται κάποια ἰδιαίτερη ἔκφραση τοῦ ἑλληνικοῦ ‎πολιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ρώμης, καθὼς μάλιστα εὑρισκόταν γεωγραφικῶς ‎τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ἡ Ρώμη μπορεῖ νὰ μὴν ἐξισώθηκε μὲ ‎τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ μόνη ‎μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Πόσο μεγαλύτερες διαφορὲς μποροῦν ἐπὶ ‎παραδείγματι νὰ σημειωθοῦν ἀνάμεσα στὴν δημοκρατικὴ Ἀθῆνα τοῦ ‎Περικλῆ καὶ τοῦ Πλάτωνα, καὶ τὴν σκληρὴ ὀλιγαρχικὴ Σπάρτη τῶν εἰλώτων ‎καὶ τοῦ Καιάδα, χωρὶς ποτὲ νὰ τεθεῖ ἐρωτηματικὸ γιὰ τὴν ἑλληνικότητα καὶ ‎τῶν δύο! Ἡ Ρώμη εἶχε μὲ τὴν σειρά της νὰ ἐπιδείξει πλεονέκτημα στὴν τέχνη ‎τῆς διοικήσεως καὶ διακυβερνήσεως, χαρακτηριστικὸ πού, μαζὶ μὲ τὴν ‎πάγκοινη ἑλληνικὴ ἀνδρεία στοὺς πολέμους, τῆς ἔδωσαν τὴν δυνατότητα ‎νὰ κυριαρχήσει σταθερὰ στὸν κόσμο. Ἡ δὲ πολιτιστικὴ ἐπίδραση τῶν ‎Ρωμαίων στὴν κατακτηθεῖσα δυτικὴ Εὐρώπη ἦταν τόσο σαφής, ποὺ ὁ ‎F.E.Peters στὴν σύγχρονη ἐποχὴ τόλμησε νὰ ὁμιλήσει γιὰ «λατινικὸ ‎ἑλληνισμό» (καὶ ἀντίστοιχα γιὰ «ἑλληνικὸ ἑλληνισμὸ» στὴν Ἀνατολή)[13].‎‎

‎Ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ ὑπόλοιπος ἑλληνικὸς κόσμος θεωροῦσε τοὺς ‎Ρωμαίους ἔθνος ἑλληνικό, παρὰ τὴν ἀπόστασή τους ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (ὅπως ‎ἐπίσης, ἐπὶ παραδείγματι, ἑλληνικὴ ἦταν καὶ ὅλη ἡ κάτω Ἰταλία, ἡ λεγόμενη ‎‎«Μεγάλη Ἑλλάδα»). Ἡ πιὸ κατηγορρηματικὴ μαρτυρία μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν ‎μαθητὴ τοῦ Πλάτωνος Ἠρακλείδη τὸν Ποντικό (4ος αἰ. π.Χ.), ὁ ὁποῖος ‎ἀποκαλεῖ ἀπερίφραστα τὴν Ρώμη «πόλιν ἑλληνίδα»[14]. Ὡς ‎ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπέλασή των στὴν Ἑλλάδα (2ος αἰ. π.Χ.), οἱ Ρωμαῖοι ‎προέβαλαν τὴν ἀπελευθέρωση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων ἀπὸ τὸν Φίλιππο Β’ ‎‎[15] καὶ ‎πολλὲς πόλεις τοὺς δέχονταν ὡς συμμάχους[16]. Ὁ ‎ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στοὺς Ρωμαίους γράφει: «Ἓλλησί τε καὶ ‎βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί»[17], ‎κατατάσσοντας προφανῶς καὶ αὐτὸς τοὺς ἀποδέκτες τῆς ἐπιστολῆς του ‎στοὺς Ἕλληνες. Ὁ Αἴλιος Ἀριστείδης (2ος αἰ. μ.Χ.) ἐπαινεῖ τοὺς Ρωμαίους γιὰ ‎τὴν ἀναγνώριση τῶν Ἑλλήνων ὡς (πνευματικῶν) «τροφέων» τους[18]. Ὁ ‎ἑλληνιστὴς Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων ὁ Ἀλεξανδρεύς (1ος αἰ μ.Χ.), σὲ ἕνα ‎ἐγκωμιαστικὸ παραλήρημα πρὸς τὸν Καίσαρα, ἐξαίρει γλαφυρότατα τὸν ‎ἐξελληνισμὸ τῶν βαρβάρων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων[19]. Ὁ ‎Λιβάνιος (4ος αἰ. μ.Χ.), ὀνομάζοντας σαφῶς τοὺς Ρωμαίους ἀπογόνους τοῦ ‎Αἰνεία, τοὺς ἀποδίδει ἀβίαστα καὶ μὲ ἰδιαίτερα κομψὸ ρητορικὸ σχῆμα τὴν ‎ἑλληνικότητα[20]. Ὁ δὲ ‎φανατικὸς «Ἕλληνας» Ἰουλιανὸς, ὄχι μόνον ὡς αὐτοκράτωρ κατατάσσει ‎τὸν ἑαυτό του στοὺς Ρωμαίους[21], ἀλλὰ ‎καὶ περιγράφει ἀλλοῦ τὴν αὐθεντικὴ ἑλληνικότητα τῆς Ρώμης κατὰ «γένος ‎τε καὶ πολιτείαν», κατὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ κατὰ τὴν θρησκεία[22]. Εἶναι ‎χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες, σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλους λαοὺς ὅπως τοὺς ‎Ἑβραίους καὶ τοὺς Αἰγυπτίους, οὐδέποτε βίωσαν τὴν ρωμαϊκὴ κυριαρχία ὡς ‎ὑποδούλωση. Μποροῦμε χωρὶς μεγάλη δυσκολία νὰ τὴν θεωρήσουμε ὡς ‎συνέχεια τῶν ἀλλεπάλληλων στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἱστορία πολέμων μεταξὺ ‎τῶν πόλεων-κρατῶν καὶ τῆς ἀενάως ἐναλλασσομένης ἡγεμονίας μεταξύ ‎των. Ὅπως ὅλες οἱ προηγούμενες (ἀθηναϊκή, σπαρτιατική, μακεδονική), ἔτσι ‎καὶ ἡ ρωμαϊκὴ ἡγεμονία ἦταν λογικὸ νὰ μὴν γίνει δεκτὴ ἀπὸ ὅλους μὲ χαρά, ‎ἐνῶ κανεὶς δὲν θὰ θεωροῦσε λογικὰ τιμή του νὰ λέγεται Ρωμαῖος, ἀκριβῶς ‎ὅπως ἕνας Ἀθηναῖος δὲν θὰ δεχόταν ποτὲ νὰ ὀνομαστεῖ Σπαρτιάτης μετὰ ‎τὸν πελοποννησιακὸ πόλεμο.

[Συνεχίζεται]


‎‎[1] Ἡ ‎ὁριοθέτηση τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τῶν ἀνηκόντων σὲ αὐτὴν ‎ἔχει περάσει ἀπὸ ‎διάφορα κύματα. Κατὰ τὸν Ὅμηρο, φαίνεται πὼς ἡ πρώτη ‎περιοχὴ ποὺ ‎πῆρε αὐτὸ τὸ ὄνομα ἦταν ἡ Φθιώτιδα, ἡ πατρίδα τοῦ Ἀχιλλέα, ‎ὅπως ‎βεβαιώνει ὁ Θουκυδίδης: «Τεκμηριοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος• πολλῷ γὰρ ‎‎ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ‎‎ὠνόμασεν, οὐδ᾿ ἄλλους ἢ τοὺς μετ᾿ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ ‎‎πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ‎‎ἀνακαλεῖ» (Ἱστοριῶν Α΄). Στοὺς χρόνους τοῦ Βυζαντίου, ἡ Ἑλλὰς ἦταν ἕνα ‎‎διοικητικὸ «θέμα», ποὺ περιελάμβανε τὴν σημερινὴ Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ τὶς ‎‎Κυκλάδες. Κατὰ καιροὺς καὶ κατὰ συγγραφέα ἢ ἄλλους σχετιζομένους, μὲ ‎‎τὸν ὅρο αὐτὸ ἐννοοῦνταν διαφορετικὲς περιοχὲς: ἄλλοτε ἡ Ἑλλαδικὴ ‎‎χερσόνησος νοτίως τῆς Μακεδονίας, ἄλλοτε ὁλόκληρη ἡ σημερινὴ περίπου ‎‎Ἑλλάδα, ἄλλοτε ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα μαζὶ μὲ τὰ δυτικά παράλια τῆς Μικρᾶς ‎‎Ἀσίας. Τὴν τελευταία ἐπιλογὴ ἀκολουθοῦμε συμβατικῶς στὴν ‎παροῦσα.‎

‎‎[2] Αὐτοὶ ‎κατοίκησαν ἀρχικῶς στὸν λόφο ποὺ ἔμεινε γνωστὸς ‎ὡς Παλατῖνος, ὅρος ‎ποὺ πιθανολογεῖται ὡς παραφθορὰ τῆς ὀνομασίας τῆς ‎πατρίδας τους ‎‎(Παλλάντιον).‎‎‎

[3] Ὁ ‎Τρωικὸς πόλεμος, ἀναμφισβήτητο ἱστορικὸ γεγονός, ‎τοποθετεῖται γύρω στὰ ‎‎1200 π.Χ.‎‎‎

[4] Σημειώνει γιὰ τοὺς Τρῶες ὁ Διονύσιος: «τούτων γὰρ ἂν ‎‎οὐδὲν εὕροι τῶν ἐθνῶν οὔτε ἀρχαιότερον οὔτε Ἑλληνικώτερον» (Ῥωμαϊκὴ ‎‎Ἀρχαιολογία, ἔκδ. LUTETIÆ M.D. XLVI, σελ. 57, Βιβλίον 1ον, Κεφάλαιον 89ον), ‎‎ἐνῶ ἀλλοῦ κάνει καὶ σύντομη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῆς προελεύσεώς των ‎‎‎(ὅ.π. Βιβλίον 1ον, Κεφ. 61ον).‎

[5] ‎‎«Ῥωμαῖοι δὲ φωνὴν μὲν οὔτ᾿ ἄκρως βάρβαρον οὔτ᾿ ‎ἀπηρτισμένως ‎῾Ελλάδα φθέγγονται, μικτὴν δέ τινα ἐξ ἀμφοῖν, ἧς ἐστιν ἡ ‎πλείων Αἰολίς, ‎τοῦτο μόνον ἀπολαύσαντες ἐκ τῶν πολλῶν ἐπιμιξιῶν, τὸ μὴ ‎πᾶσι τοῖς ‎φθόγγοις ὀρθοεπεῖν», (Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 57, Βιβλίον 1ον, Κεφ. ‎‎90όν)‎

[6] Marcus ‎Fabius Quintilianus, Institutio Oratoria, Βιβλίον 1ον, ‎κεφ. 1, παρ. 12. Τὸ ‎κείμενο στὴν ἀγγλικὴ μετάφραση ἔχει ὡς ἑξῆς: «I prefer ‎that a boy should ‎begin with the Greek language, because he will acquire the ‎Latin in general ‎use, even though we tried to prevent him, and because, at the ‎same time, he ‎ought first to be instructed in Greek learning, from which ours ‎is derived».‎

[7] ‎Quintilianus, ὅ.π., 1, 6, 31. Τὸ κείμενο στὴν ἀγγλικὴ ‎μετάφραση ἔχει ὡς ἑξῆς: ‎‎«But it [Etymology] carries ‎with it much learning, whether we ‎employ it in treating of words sprung from ‎the Greek, which are very ‎numerous, especially those inflected according to ‎the Aeolic dialect to which ‎our language has most similitude, or in inquiring, ‎from our knowledge of ‎ancient history, into the names of men, places, nations, ‎and cities».‎

[8] «… τὰ δὲ ‎ἄλλα, ὁπόσα γένους Ἑλληνικοῦ μηνύματ᾿ ἐστὶν ὡς οὐχ ‎ἕτεροί τινες τῶν ‎ἀποικησάντων διασώζοντες, οὐ νῦν πρῶτον ἀρξάμενοι ‎πρὸς φιλίαν ζῆν, ‎ἡνίκα τὴν τύχην πολλὴν καὶ ἀγαθὴν ῥέουσαν διδάσκαλον ‎ἔχουσι τῶν ‎καλῶν οὐδ᾿ ἀφ᾿ οὗ πρῶτον ὠρέχθησαν τῆς διαποντίου τὴν ‎Καρχηδονίων ‎καὶ Μακεδόνων ἀρχὴν καταλύσαντες, ἀλλ᾿ ἐκ παντὸς οὗ ‎συνῳκίσθησαν ‎χρόνου βίον ‎Ἕλληνα ‎ζῶντες καὶ οὐδὲν ἐκπρεπέστερον ἐπιτηδεύοντες πρὸς ‎ἀρετὴν νῦν ἢ ‎πρότερον». (Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 58, Βιβλίον 1ον, Κεφ. 90όν)‎

‎‎[9] «Ἡμεῖς, ‎ὦ Τύλλε, καὶ τῆς μὲν ἄλλης ἄρχειν ἄξιοί ἐσμεν ‎Ἰταλίας, ὅτι ἔθνος ‎‎Ἑλληνικὸν καὶ μέγιστον τῶν κατοικούντων τήνδε τὴν γῆν ἐθνῶν ‎παρεχόμεθα, ‎τοῦ δὲ Λατίνων ἔθνους, εἰ καὶ μηδενὸς τῶν ἄλλων [ἐθνῶν], ‎ἡγεῖσθαι ‎δικαιοῦμεν οὐκ ἄτερ αἰτίας, ἀλλὰ κατὰ τὸν κοινὸν ἀνθρώπων ‎νόμον, ὃν ἡ ‎φύσις ἔδωκεν ἅπασι, τῶν ἐκγόνων ἄρχειν τοὺς προγόνους. ‎Ὑπὲρ ἁπάσας δὲ ‎τὰς ἄλλας ἀποικίας, αἷς μέχρι τοῦ παρόντος οὐδὲν ‎ἐγκαλοῦμεν, τῆς ‎ὑμετέρας οἰόμεθα δεῖν πόλεως ἄρχειν οὐ πρὸ πολλοῦ τὴν ‎ἀποικίαν εἰς ‎αὐτὴν ἀπεσταλκότες, ὥστε ἐξίτηλον εἶναι ἤδη τὸ ἀφ᾿ ἡμῶν ‎γένος ὑπὸ ‎χρόνου παλαιωθέν, ἀλλὰ τῇ τρίτῃ πρὸ ταύτης γενεᾷ. Ἐὰν δὲ ‎ἀναστρέψασα ‎τὰς ἀνθρωπίνας δικαιώσεις ἡ φύσις τὰ νέα τάξῃ τῶν ‎πρεσβυτέρων ἄρχειν ‎καὶ τὰ ἔκγονα τῶν προγόνων, τότε καὶ ἡμεῖς ‎ἀνεξόμεθα τὴν μητρόπολιν ‎ὑπὸ τῆς ἀποικίας ἀρχομένην, πρότερον δὲ οὔ. ‎Ἓν μὲν δὴ τοῦτο τὸ δικαίωμα ‎παρεχόμενοι τῆς ἀρχῆς οὐκ ἂν ἀποσταίημεν ‎ὑμῖν ἑκόντες ἕτερον δὲ ‎τοιόνδε• δέξασθε δὲ αὐτὸ μὴ ὡς ἐπὶ διαβολῇ καὶ ‎ὀνειδισμῷ τῷ ὑμετέρῳ ‎λεγόμενον, ἀλλὰ τοῦ ἀναγκαίου ἕνεκα• ὅτι τὸ μὲν ‎Ἀλβανῶν γένος οἷον ἦν ‎ἐπὶ τῶν κτισάντων τὴν πόλιν, τοιοῦτον ἕως τῶν ‎καθ’ ἡμᾶς χρόνων διαμένει, ‎καὶ οὐκ ἂν ἔχοι τις ἐπιδεῖξαι φῦλον ἀνθρώπων ‎οὐδὲν ἔξω τοῦ Ἑλληνικοῦ τε ‎καὶ ‎τοῦ Λατίνων, ᾧ τῆς πολιτείας μεταδεδώκαμεν• ὑμεῖς δὲ τὴν ‎ἀκρίβειαν τοῦ ‎παρ᾿ ἑαυτοῖς πολιτεύματος διεφθάρκατε Τυρρηνούς τε ‎ὑποδεξάμενοι καὶ ‎Σαβίνους καὶ ἄλλους τινὰς ἀνεστίους καὶ πλάνητας καὶ ‎βαρβάρους πάνυ ‎πολλούς, ὥστε ὀλίγον τὸ γνήσιον ὑμῶν ἐστιν ὅσον ἀφ᾿ ‎ἡμῶν ὡρμήθη, ‎μᾶλλον δὲ πολλοστὸν τοῦ ἐπεισάκτου τε καὶ ἀλλοφύλου. Εἰ ‎δὲ ἡμεῖς ‎παραχωρήσαιμεν ὑμῖν τῆς ἀρχῆς, τὸ νόθον ἄρξει τοῦ γνησίου καὶ ‎‎τὸ ‎βάρβαρον τοῦ ‎Ἑλληνικοῦ καὶ τὸ ἐπείσακτον τοῦ αὐθιγενοῦς». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. ‎‎108-109, Βιβλίον 3ον, Κεφ. 10ον).‎

‎‎[10] ‎‎«Ἡμεῖς γὰρ τοσούτου δέομεν αἰσχύνεσθαι κοινὴν ‎ἀναδείξαντες τὴν πόλιν ‎τοῖς βουλομένοις, ὥστε καὶ σεμνυνόμεθα ἐπὶ τούτῳ ‎μάλιστα τῷ ἔργῳ, οὐκ ‎αὐτοὶ τοῦ ζήλου τοῦδε ἄρξαντες, παρὰ δὲ τῆς Ἀθηναίων πόλεως τὸ ‎‎παράδειγμα λαβόντες, ἧς μέγιστον ‎κλέος ἐν Ἕλλησίν ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο ‎οὐχ ἥκιστα εἰ μὴ καὶ μάλιστα ‎τὸ πολίτευμα. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἡμῖν πολλῶν ‎γενόμενον ἀγαθῶν αἴτιον οὔτ᾿ ‎ἐπίμεμψιν οὔτε μεταμέλειαν ὡς ἡμαρτηκόσι ‎φέρει, ἄρχει τε καὶ βουλεύει καὶ ‎τὰς ἄλλας τιμὰς καρποῦται παρ᾿ ἡμῖν οὐχ ὁ ‎πολλὰ χρήματα κεκτημένος ‎οὐδὲ ὁ πολλοὺς πατέρας ἐπιχωρίους ἐπιδεῖξαι ‎δυνάμενος, ἀλλ’ ὅστις ἂν ᾖ ‎τούτων τῶν τιμῶν ἄξιος. Οὐ γὰρ ἐν ἄλλῳ τινὶ ‎τὴν ἀνθρωπίνην εὐγένειαν ‎ὑπάρχειν νομίζομεν, ἀλλ᾿ ἐν ‎ἀρετῇ ». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 110, Βιβλίον 3ον, Κεφ. 11ον).‎

‎‎[11] ‎‎«Ἀπαιτεῖ δὲ ἡμᾶς τὸ μετὰ τοῦτο ὁ λόγος τό τε Παλλάντιον, ‎εἰ δή τι αὐτόθι ‎ἐστὶν ἐς μνήμην, καὶ καθ᾿ ἥντινα βασιλεὺς αἰτίαν Ἀντωνῖνος ‎ὁ πρότερος ‎πόλιν τε ἀντὶ κώμης ἐποίησε Παλλάντιον καί σφισιν ἐλευθερίαν ‎καὶ ἀτέλειαν ‎ἔδωκεν εἶναι φόρων». (Παυσανίου, Ἀρκαδικά, κεφ. ‎XLIII)‎

‎‎[12] «Χρὴ ‎Λατίνους μὲν τῶν προσοίκων ἄρχειν καὶ τὰ δίκαια ‎τάττειν Ἕλληνας ὄντας ‎‎βαρβάροις• Ῥωμαίους δὲ τὴν ἁπάντων Λατίνων ἔχειν προστασίαν ‎μεγέθει τε ‎πόλεως προὔχοντας καὶ πραγμάτων ὄγκῳ καὶ τῇ προνοίᾳ τοῦ ‎δαιμονίου ‎κρείττονι κεχρημένους ἐκείνων, δι’ ἣν εἰς τοσαύτην ἐπιφάνειαν ‎προῆλθον». ‎‎(Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 171, Βιβλίον 4ον, Κεφ. 26ον)‎

‎‎[13] F. E. ‎Peters, The harvest of Hellenism – A history of the New ‎East from Alexander ‎the Great to the triumph of christianity, Λονδίνο, 1972, ‎σελ. 22.‎

‎(Πηγή: ‎‎http://www.hellinon.net/NeesSelides/NEOTERES/EllinesRomaioi1.htm)‎

[14] ‎‎«Τρίτῃ δ᾿ ἀπὸ τῆς μάχης ἡμέρᾳ παρῆν ὁ Βρέννος ἐπὶ τὴν ‎πόλιν ἄγων τὸ ‎στράτευμα, καὶ τάς τε πύλας εὑρὼν ἀνεῳγμένας καὶ τὰ τείχη ‎φυλάκων ‎ἔρημα, πρῶτον μὲν ἔδεισεν ἐνέδραν καὶ λόχον, ἀπιστῶν οὕτω ‎παντάπασιν ‎ἀπειρηκέναι τοὺς Ῥωμαίους. Ἐπεὶ δ᾿ ἔγνω τὸ ἀληθές, εἰσελάσας ‎διὰ τῆς ‎Κολλίνης πύλης ἔσχε τὴν πόλιν, ἑξήκοντα καὶ τριακοσίων ἐτῶν ‎πλείονα ‎βραχεῖ χρόνον ἀπὸ τῆς κτίσεως ἔχουσαν, εἴ τῳ πιστὸν ‎ἀποσῴζεσθαί τινα ‎τῶν χρόνων ἀκρίβειαν, οἷς καὶ περὶ νεωτέρων ἄλλων ‎ἀμφισβήτησιν ἡ ‎σύγχυσις ἐκείνη παρέσχε. Τοῦ μέντοι πάθους αὐτοῦ καὶ τῆς ‎ἁλώσεως ἔοικεν ‎ἀμυδρά τις εὐθὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα φήμη διελθεῖν. ‎Ἡρακλείδης γὰρ ὁ Ποντικὸς ‎οὐ πολὺ τῶν χρόνων ἐκείνων ἀπολειπόμενος ‎ἐν τῷ Περὶ ψυχῆς συντάγματί ‎φησιν ἀπὸ τῆς ἑσπέρας λόγον κατασχεῖν, ὡς ‎στρατὸς ἐξ Ὑπερβορέων ἐλθὼν ‎ἔξωθεν ᾑρήκοι πόλιν Ἑλληνίδα Ῥώμην, ἐκεῖ που συνῳκημένην περὶ τὴν ‎‎μεγάλην θάλασσαν». (Πλουτάρχου, Βίος Καμίλλου, κεφ. 22)‎

‎‎[15] ‎‎«Μέχρι γὰρ ἡ πρὸς Καρχηδονίους ἤκμαζε μάχη, κἂν μὴ ‎φίλια σφίσι τὰ περὶ ‎τὸν Φίλιππον ἦν, ἐθεράπευον αὐτόν, ἵνα μὴ τοῖς ‎Καρχηδονίοις συναροῖτο ἢ ‎ἐς τὴν Ἰταλίαν στρατεύσοιτο• ἐπεὶ δὲ τὰ κατ᾿ ‎ἐκείνους ἠρέμησαν, ‎οὐκέτ᾿ἐμέλλησαν, ἀλλ᾿ ἐς πόλεμον αὐτῷ κατέστησαν ‎φανερόν, πολλὰ ‎ἐγκαλοῦντες αὐτῷ. Πρέσβεις οὖν οἱ Ῥωμαῖοι πρὸς αὐτὸν ‎πέμψαντες, ἐπεὶ ‎μηδὲν ὧν ἐπετάττετο ἔπραττε, τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο, ‎‎χρώμενοι μὲν τῇ ‎τῶν Ἑλλήνων ‎ἐπιβασίᾳ λαβῇ, τὸ δ᾿ ἀληθὲς ἀγανακτοῦντες ἐφ᾿ οἷς ‎‎ἐδεδράκει, καὶ προκαταλαμβάνοντες αὐτόν, ἵνα μὴ καταδουλωσάμενος ‎‎ἐκείνους ἐπὶ τὴν Ἰταλίαν στρατεύσῃ…» (Κάσσιος Δίων – Ἱστορία Ρωμαϊκή, τ. ‎‎Α΄, σελ. 274)‎

‎Ἐπίσης: «Ἑπεὶ δὲ καὶ Φιλίππῳ δοκοῦντι συμβατικῶς ἔχειν εἰς ταὐτὸν ‎‎ἐλθὼν προὔτεινεν εἰρήνην καὶ φιλίαν ἐπὶ τῷ τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους ἐᾶν ‎‎καὶ τὰς φρουρὰς ἀπαλλάττειν, ὁ δ᾿ οὐκ ἐδέξατο, παντάπασιν ἤδη τότε καὶ ‎‎τοῖς θεραπεύουσι τὰ τοῦ Φιλίππου παρέστη, Ῥωμαίους πολεμήσοντας ἥκειν ‎οὐχ Ἕλλησιν, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ‎Ἑλλήνων ‎Μακεδόσι». (Πλουτάρχου, Βίος Τίτου ‎Φλαμινίνου, κεφ. 8 ‎‎)‎

‎‎[16] ‎‎«Παραλαβόντες οὖν τὴν δύναμιν πᾶσαν ὅ τε ῥηθεὶς ‎στρατηγὸς καὶ ‎Κλαύδιος Κέντων ὁ ὑποστράτηγος, αὐτὸς μὲν τῷ ναυτικῷ ‎τὰς Ἀθήνας ὑπὸ ‎τῶν Μακεδόνων πολιορκουμένας ἐρρύσατο καὶ Χαλκίδα ‎κατεχομένην ὑπ᾿ ‎αὐτῶν ἐπόρθησε…» (Κάσσιος Δίων, ὅ.π., σελ. 274)‎

‎Ἐπίσης: «Καὶ τέλος Κέγχρειαν ἑλόντες, καὶ πυθόμενοι πρέσβεις πρὸς ‎‎τοὺς Ἀχαιοὺς ἐπὶ συμμαχίᾳ πεπέμφθαι, ἀπέστειλαν καὶ αὐτοί• καὶ Ἀθηναῖοι ‎‎συνεπρεσβεύσαντο. Καὶ πρότερον μὲν ἐμερίσθησαν αἱ γνῶμαι τῶν Ἀχαιῶν, ‎‎τῶν μὲν τῷ Φιλίππῳ τὴν συμμαχίαν ψηφιζομένων, τῶν δὲ τοῖς Ῥωμαίοις, ‎‎ὀψὲ δ᾿ οὖν ποτε τὴν βοήθειαν αὐτοῖς ἐψηφίσαντο». (Κάσσιος Δίων, ὅ.π., ‎‎σελ. 278)‎

‎‎[17] Πρὸς ‎Ῥωμαίους 1, 14‎

[18] «Ἡ δὲ ‎σεμνὴ καὶ μεγάλη κατ᾿ Αἴγυπτον Ἀλεξάνδρου πόλις ‎ἐγκαλλώπισμα τῆς ‎ὑμετέρας γέγονεν ἡγεμονίας, ὥσπερ γυναικὸς πλουσίας ‎ὅρμος ἢ ψέλιον ἐν ‎πολλοῖς τοῖς ἄλλοις κτήμασι. Διατελεῖτε δὲ τῶν μὲν Ἑλλήνων ὥσπερ ‎τροφέων ‎ἐπιμελόμενοι, χεῖρά τε ὑπερέχοντες καὶ οἷον κειμένους ‎ἀνιστάντες, ‎τοὺς μὲν ἀρίστους καὶ πάλαι ἡγεμόνας ἐλευθέρους καὶ ‎αὐτονόμους ‎ἀφεικότες αὐτῶν, τῶν δ’ ἄλλων μετρίως καὶ κατὰ πολλὴν ‎φειδώ τε καὶ ‎πρόνοιαν ἐξηγούμενοι, τοὺς δὲ ‎βαρβάρους πρὸς τὴν ἑκάστοις ‎αὐτῶν οὖσαν φύσιν παιδεύοντες ‎πραότερόν τε καὶ σφοδρότερον, ὥσπερ ‎εἰκὸς ἵππων ἐπιστατῶν μὴ εἶναι ‎χείρους, ἀνδρῶν ὄντας ἄρχοντας, ἀλλ᾿ ‎ἐξητακέναι τὰς φύσεις, καὶ πρὸς ‎ταύτας ἄγειν. Καὶ γὰρ ὥσπερ ‎πανηγυρίζουσα πᾶσα ἡ οἰκουμένη τὸ μὲν ‎παλαιὸν φόρημα τὸν σίδηρον ‎κατέθετο, εἰς δὲ κόσμον καὶ πάσας ‎εὐφροσύνας τέτραπται σὺν ἐξουσίᾳ. Καὶ ‎αἱ μὲν ἄλλαι πᾶσαι φιλονεικίαι τὰς ‎πράξεις ἐπιλελοίπασι, μία δὲ αὕτη κατέχει ‎πάσας ἔρις, ὅπως ὅτι καλλίστη καὶ ‎ἡδίστη αὐτὴ ἑκάστη φανεῖται. Πάντα δὲ ‎μεστὰ γυμνασίων, κρηνῶν, ‎προπυλαίων, νεῶν, δημιουργιῶν, διδασκάλων, ‎ἐπιστημόνως τε ἔξεστιν ‎εἰπεῖν οἷον πεπονηκυῖαν ἐξ ἀρχῆς ἀνακεκομίσθαι ‎τὴν οἰκουμένην». (Αἰλίου ‎Ἀριστείδου, Ρώμης Ἐγκώμιον, σελ. 224)‎

‎‎[19] ‎‎«Οὗτός ἐστιν ὁ Καῖσαρ, ὁ τοὺς καταρράξαντας πανταχόθι ‎χειμῶνας ‎εὐδιάσας, ὁ τὰς κοινὰς νόσους Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων ἰασάμενος, ‎αἳ ‎κατέβησαν μὲν ἀπὸ τῶν μεσημβρινῶν καὶ ἑῴων, ἔδραμον δὲ καὶ μέχρι ‎‎δύσεως καὶ πρὸς ἄρκτον, τὰ μεθόρια χωρία καὶ πελάγη κατασπείρασαι τῶν ‎‎ἀβουλήτων• οὗτός ἐστιν ὁ τὰ δεσμά, οἷς κατέζευκτο καὶ ἐπεπίεστο ἡ ‎‎οἰκουμένη, παραλύσας, οὐ μόνον ἀνείς• οὗτος ὁ καὶ τοὺς φανεροὺς καὶ ‎‎ἀφανεῖς πολέμους διὰ τὰς ἐκ λῃστῶν ἐπιθέσεις ἀνελών• οὗτος ὁ τὴν ‎‎θάλατταν πειρατικῶν μὲν σκαφῶν κενὴν ἐργασάμενος, φορτίδων δὲ ‎‎πληρώσας• οὗτος ὁ τὰς πόλεις ἁπάσας εἰς ἐλευθερίαν ἐξελόμενος, ὁ τὴν ‎‎ἀταξίαν εἰς τάξιν ἀγαγών, ὁ τὰ ἄμικτα ἔθνη καὶ θηριώδη πάντα ἡμερώσας ‎‎καὶ ἁρμοσάμενος, ὁ τὴν μὲν ‎Ἑλλάδα Ἑλλάσι πολλαῖς παραυξήσας, τὴν δὲ ‎βάρβαρον ἐν τοῖς ‎ἀναγκαιοτάτοις τμήμασιν ἀφελληνίσας, ὁ εἰρηνοφύλαξ, ὁ ‎‎διανομεὺς τῶν ἐπιβαλλόντων ἑκάστοις, ὁ τὰς χάριτας ἀταμιεύτους εἰς ‎‎μέσον προθείς, ὁ μηδὲν ἀποκρυψάμενος ἀγαθὸν ἢ καλὸν ἐν ἅπαντι τῷ ‎‎ἑαυτοῦ βίῳ». (Φίλωνος Ἰουδαίου, Ἀρετῶν Πρῶτον – ὃ ἐστι τῆς αὐτοῦ ‎‎πρεσβείας πρὸς Γάιον, παρ. 145)‎

‎‎[20] ‎‎«Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅσα σε ποιεῖ φιλάνθρωπον• πρῶτον μὲν ‎‎Ἕλλην τις εἶ καὶ ‎κρατεῖς ‎Ἑλλήνων• οὕτω γὰρ ἥδιόν μοι καλεῖν τὸ τοῖς βαρβάροις ἀντίπαλον, ‎καὶ ‎οὐδέν μοι μέμψεται τὸ γένος ‎Αἰνείου». (Λιβανίου, Πρεσβευτικὸς πρὸς ‎Ἰουλιανόν, παρ. ‎‎15)‎

‎‎[21] ‎‎«Τρίτον, ἐπειδὴ Ῥωμαῖοι κύριοι γεγόναμεν αὐτῆς [τῆς Ἀλεξανδρείας] ‎‎ἀφελόμενοι τοὺς Πτολεμαίους οὐ καλῶς ἄρχοντας, ὁ Σεβαστὸς δὴ ‎‎ἐπιδημήσας ὑμῶν τῇ πόλει καὶ πρὸς τοὺς ὑμετέρους πολίτας διαλεχθείς• ‎‎Ἄνδρες, εἶπεν, Ἀλεξανδρεῖς, ἀφίημι τὴν πόλιν αἰτίας πάσης…» (Ἰουλιανοῦ, ‎‎Ἀλεξανδρεῦσιν [ἐπιστολή])‎

‎‎[22] «Ὁ δὲ ‎αὐτῷ συμβασιλεύων Ἀπόλλων οὐ πανταχοῦ μὲν ‎ἀνῆκε τῆς γῆς χρηστήρια, ‎σοφίαν δὲ ἔδωκεν ἀνθρώποις ἔνθεον, ἐκόσμησε ‎δὲ ἱεροῖς καὶ πολιτικοῖς τὰς ‎πόλεις θεσμοῖς; οὗτος ἡμέρωσε μὲν διὰ τῶν ‎Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν τὰ πλεῖστα ‎τῆς οἰκουμένης, παρεσκεύασε δὲ ῥᾷον ‎ὑπακοῦσαι Ῥωμαίοις ἔχουσι καὶ ‎αὐτοῖς οὐ γένος μόνον Ἑλληνικόν, ἀλλὰ καὶ θεσμοὺς ἱερούς, καὶ τὴν ‎περὶ ‎τοὺς θεοὺς εὐπιστίαν ἐξ ἀρχῆς εἰς τέλος Ἑλληνικὴν ‎καταστησαμένοις τε καὶ ‎φυλάξασι, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸν περὶ τὴν πόλιν ‎κόσμον οὐδεμιᾶς τῶν ‎ἄριστα πολιτευσαμένων πόλεων καταστησαμένοις ‎φαυλότερον, εἰ μὴ καὶ ‎τῶν ἄλλων ἁπασῶν, ὅσαι γε ἐν χρήσει γεγόνασι ‎πολιτεῖαι, κρείσσονα• ἀνθ᾿ ‎ὧν οἶμαι καὶ αὐτὸς ἔγνω τὴν πόλιν Ἑλληνίδα γένος τε καὶ ‎πολιτείαν». (Ἰουλιανοῦ, Εἰς τόν Βασιλέα, παρ. 39)‎

Advertisements
Read more from Άρθρα

Γράψε και εσύ το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Note: HTML is allowed. Your email address will never be published.

Subscribe to comments